φραδά


φραδά
ἡ, Α
(δωρ. τ.) βλ. φραδή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φράδα — φράδᾱ , φραδάω pres imperat act 2nd sg φράδᾱ , φραδάω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φραδάτην — φραδά̱την , φραδάω imperf ind act 3rd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φραδή — και δωρ. τ. φραδά, ἡ, Α 1. γνώση 2. προειδοποίηση 3. βουλή, απόφαση 4. φρόνηση, σύνεση. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στο θ. φραδ τού φράζω* (Ι)] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.